Skip to content
Απρίλιος 27, 2011 / Το κόκκινο πανί

Μια σεμνή πρόταση (προς την Εκκλησία)

του ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΨΑΛΤΗ

Αναδημοσίευση απο το Monthly Review

Παρακολουθώντας, τους τελευταίους μήνες, την ειδησεογραφική κάλυψη της εγχώριας οικονομικής κρίσεως, αλλά και τα μέσα που εξετάζουν οι πολιτειακοί μας άρχοντες για να συμβάλουμε όλοι στην αντιμετώπισή της, δεν θα έπρεπε να μας προξενείται εντύπωση που τα φώτα εστράφησαν, εσχάτως, και στην ελλαδική Εκκλησία. Είναι φυσικό, όπως και κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, η Εκκλησία να συνδράμει στο έργο της ανακούφισης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, που πρώτα εκείνα πλήττονται από την παλίρροια της κρίσεως.

Κάτι που δεν μπορεί παρά να προκαλέσει την οργή κάθε θεοσεβούμενου πολίτη είναι ότι οι εχθροί της Εκκλησίας μας, που βρήκαν βήμα και φωνασκούν, εγείρουν για ακόμα μία φορά το δήθεν ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Πλανώνται πλάνην οικτρά, ωστόσο, αφού για να φορολογηθεί από το κράτος, η ιερή περιουσία θα πρέπει προηγουμένως να καταγραφεί. Ο κακόβουλος λαϊκισμός από τον οποίον ορμώνται οι πολέμιοι της Εκκλησίας δεν τους επιτρέπει να αναλογιστούν το δυσθεώρητο κόστος που θα είχε για τον μέσο φορολογούμενο η καταγραφή της μεγαλύτερης περιουσίας μετά από εκείνη του κράτους. Ούτε αναλογίζονται τη διάρκεια της υπερωριακής γραφειοκρατικής εργασίας που θα έπρεπε να δαπανηθεί για να καταγραφεί μια περιουσία που κατανέμεται σε περισσότερο από 6.700 Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ας μου επιτρέψουν λοιπόν να τους υπενθυμίσω ότι μόνον η Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών κατέχει περιουσία αξίας περίπου 700 εκατ. ευρώ, με περισσότερα από 350 ακίνητα άνω των 60.000 τ.μ., 9 εκατομμύρια μετοχές της Τραπέζης της Ελλάδος και καθαρά έσοδα, το 2009, 12 εκατ. ευρώ. Ας σκεφθούν, λοιπόν, το κόστος που θα συνεπάγετο η καταγραφή της περιουσίας της κάθε μητρόπολης, του κάθε ενοριακού ναού, του κάθε μοναστηριού. Στην περίπτωση ορισμένων ΝΠΔΔ, μάλιστα, με προεξέχον παράδειγμα εκείνο της Μονής Βατοπεδίου, θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν πολυδάπανα ταξίδια για την καταγραφή μιας ευμεγέθους ακίνητης περιουσίας στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και τη Μολδαβία.

Σκίτσο του Γ. Καλαιτζή στην "Ε"

Όχι, είναι σαφές ότι δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε να πρυτανεύσει ο παραλογισμός αλλά η λογική. Η συνδρομή της Εκκλησίας στο εγχείρημα καταπολέμησης της κρίσεως θα πρέπει να υπερβαίνει τις ευτελείς ανάγκες του υλικού κόσμου. Δεν είναι λύση η φορολόγηση των σεπτών εσόδων από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας, με συντελεστή 20%, ένα μέτρο στο οποίο δικαίως οι Άγιοι πατέρες αντιτάχθηκαν. Αλλά ούτε θα βρεθεί η λύση μέσα από πρωτοβουλίες όπως αυτές των μητροπολιτών Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμου και Μεσογαίας Νικολάου, προτού η ιεραρχία τους επαναφέρει στην τάξη, να παραιτηθούν από τη μισθοδοσία τους προκειμένου να βοηθήσουν τα δημόσια οικονομικά. Σε αυτό το πλαίσιο, ας συγχωρέσουν οι Άγιοι πατέρες μας ένα ταπεινό μέλος του ποιμνίου τους, που έχει την αμετροέπεια να τους απευθύνει μια σεμνή πρόταση. Το ζητούμενο, κατά την άποψη του γράφοντος, είναι με ποιον τρόπο η Εκκλησία μπορεί να συμβάλει, όχι στην πρόσκαιρη ανόρθωση των οικονομικών του κράτους, όπως επιθυμούν κάποιοι προσκυνημένοι γραικύλοι, αλλά στην απόδοση αυθεντικής, θεϊκής δικαιοσύνης στον διηνεκή χρόνο.

Δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα ονόματα των βασικών υπαιτίων της σημερινής μας οικονομικής κατάστασης δεν πρόκειται να μας γνωστοποιηθούν, η ορθόδοξη πίστη επιτάσσει την υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης λύσης στο πρόβλημα. Ήδη, οι ευσεβείς αναγνώστες θα αντιλαμβάνονται ότι αναφέρομαι στην επιβολή της ποινής του αφορισμού κατά ανωνύμων. Η αξιοποίηση της εν θέματι ποινής, που εσχάτως κινδυνεύει να περιέλθει σε πλήρη αχρησία, δύναται να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς την προβληματική μεσολάβηση της επίγειας εξουσίας. Έτσι, οι πολίτες θα μπορέσουν επιτέλους να επαναπαυθούν γνωρίζοντας ότι η «ανεξήγητα βραδεία», όπως τη χαρακτήρισε ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοικήσεως, διαδικασία απονομής της επίγειας Δικαιοσύνης θα αντισταθμίζεται από την ταχεία μεταθανάτια καταδίκη των υπαιτίων της σημερινής μας κατάστασης.

Ευλόγως, τίθεται το ερώτημα των αρνητικών συνεπειών που θα επιφέρει η επαναφορά της ποινής. Καθότι το σώμα του αφορισμένου παραμένει αιωνίως άλιωτο και επομένως κινδυνεύει να βρυκολακιάσει, οι μεταγενέστερες γενεές πιθανώς να αναγκαστούν να χορηγήσουν ειδικό επίδομα παλουκώματος στους νυχτοφύλακες των νεκροταφείων ή, ακόμα, να τους εντάξουν στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών. Ένα άλλο ζήτημα που θα προκύψει αφορά στην παραδοσιακή συμπερίληψη των υπαρχόντων του αφορισμένου στο επιτίμιο. Παραβλέποντας τους γνωστούς αστεϊσμούς ενός αθεϊστή Έλληνα συγγραφέα για τις σόλες των παπουτσιών των παιδιών του, αναμένεται να σωρευθούν, βαθμιαίως, πλήθος άλιωτων αντικειμένων, τα οποία χρήζουν άμεσης καταστροφής λόγω της σύνδεσής τους με τα αφορισμένα πρόσωπα. Έτσι, θα καταστεί απαραίτητη η παραγωγή ειδικών μηχανημάτων κατασκευασμένων για την καταστροφή των εν λόγω αντικειμένων. Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό κόστος των σχετιζόμενων μέτρων σε καμία περίπτωση δεν θα υπερβαίνει το αντίστοιχο που ήδη δαπανάται για την αντιμετώπιση του φαινομένου με επίγεια μέσα, με την ατελέσφορη σύσταση πληθώρας κοινοβουλευτικών επιτροπών, τη δαπανηρή συνδρομή δικαστικών λειτουργών, κ.ά. Να σημειωθεί, παρενθετικά, ότι εάν τελικώς είμεθα όλοι οι Έλληνες υπεύθυνοι για την εγχώρια κρίση, όπως διατείνεται ο αξιότιμος Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως, τότε θα πρέπει να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στη διαβαθμιστική λειτουργία της θείας δίκης. Στο ότι, δηλαδή, η ευθύνη του κάθε αμαρτωλού πολίτη για τη δημιουργία της παρούσας κατάστασης θα εξετάζεται ξεχωριστά, με την ισχύ ειδικής ρήτρας για τη δυνατότητα μετάνοιας, ή ενός ποιοτικού πλαφόν διαφθοράς κάτω από το οποίο το επιτίμιο θα άρεται ύστερα από την παρέλευση προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος.

Προτείνω ανενδοίαστα, λοιπόν, τον αφορισμό κατά ανωνύμων ως το λυσιτελέστερο μέσον για την αντιμετώπιση της κρίσεως, που δύναται να υιοθετήσει η εκκλησιαστική ιεραρχία. Διότι έχω πεισθεί ότι όλοι μας τελικά, τόσο το δοκιμαζόμενο ποίμνιο όσο και το χριστεπώνυμο πλήρωμα, μοιραζόμαστε έναν κοινό στόχο: την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη συμβολή της Εκκλησίας στην ανακούφιση του άχθους που φέρουν οι πολίτες σε αυτή τη ζωή, μέσα από την προσμονή ενός καλύτερου αύριο στην επόμενη – που είναι πλέον βέβαιο, εξάλλου, ότι θα έλθει συντομότερα από ό, τι πιστεύαμε.

Διαβάστε επίσης:

Ροΐδη Εμμονές: Ας φορολογηθούν επιτέλους οι φίλοι του Δράκουλα

Αντίφωνο: Ο έχων πολλούς χιτώνας: εκκλησία και κρίση

TVXS: Η περιουσία της Εκκλησίας

Ιωάννης Λιάπης (aka Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος): «Μύθος η μεγάλη περιουσία της Εκκλησίας»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: